This is an example of a HTML caption with a link.
ΘΑΝΑΤΟΣ : ΑΡΧΗ Η ... ΤΕΛΟΣ ???


* ΒΙΩΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ *

ΠΕΜΠΤΗ 13 ΜΑΡΤΙΟΥ ΩΡΑ 6:45 Μ.Μ.

ΣΧΟΛΗ ΦΟΡΟΥΜ 

ΠΡΟΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΛ.22 455800 - 99 663006

«Ο θάνατος είναι κομμάτι της ζωής. Είναι η άλλη όψη του νομίσματος. Είναι όπως ένα μπαράκι.Η ζωή είναι το μπαράκι στη μέση του παραδείσου.Η πόρτα που μπαίνεις γράφει γέννηση και η πόρτα που βγαίνεις γράφει θάνατος.Δεν είναι και λίγο αστείο όμως, όλοι να θέλουν να πάνε στον παράδεισο, αλλά κανένας να μη θέλει να πεθάνει; Όμως τώρα που το ξανασκέφτομαι, αφού ενόσω ζούμε ο θάνατος δεν υπάρχει, άρα γιατί ν’ ανησυχούμε; Έτσι και αλλιώς την ώρα που θα έρθει,δεν θα ζούμε για να έχουμε και τη δυνατότητα ν’ ανησυχούμε, σωστά; Τώρα μόλις συνειδητοποίησα ότι εξαφανίστηκε και η ψιλοένταση που ένιωθα.

Ο θάνατος δεν μπορεί να σου πάρει τίποτε, ούτε ανθρώπους ούτε πράγματα, διότι τα πράγματα όταν πεθάνεις θα μείνουν εδώ και ίσως να τα πάρει ο σύζυγος, η ερωμένη ή το κράτος. Πάντως ο θάνατος αποκλείεται! Δεν μπορεί όμως και να σου πάρει ούτε ανθρώπους, διότι απλά τους βοηθά να μεταβούν στην αντίπερα όχθη που και εσύ θα πας. Όμως κάτι σε θλίβει; Σε θλίβει ο αποχωρισμός. Όμως αυτό έχει να κάνει με σένα και όχι με το άτομο που έφυγε. Ακόμα και 1.000 χρόνια να ζούσες, δεν θα χόρταινες ούτε θα ήσουν ευχαριστημένος. Ένας φίλος και δάσκαλός μου, που έζησε χρόνια στο Θιβέτ, μού διηγήθηκε την εξής ιστορία:

Κάποτε, ζούσε ένας βασιλιάς, ο μεγαλύτερος αυτοκράτορας στον κόσμο. Ήταν εκατό χρόνων και έζησε όλες τις χαρές και τις λύπες της ζωής. Οπότε μια μέρα τον πλησίασε ο θάνατος και του είπε: «Ήρθε η ώρα σου. Μόλις είσαι έτοιμος φεύγουμε». Τότε ο Μέγας Αυτοκράτορας, που πολέμησε σε αμέτρητες μάχες και κατάκτησε όλο τον κόσμο, τρέμοντας του είπε:

«Μα από τώρα; Ακόμη δεν είμαι έτοιμος!». «Απότώρα;», του είπε ο θάνατος. «Είσαι εκατό χρόνων και ο μεγαλύτερος σου γιος εβδομήντα επτά χρόνων. Τα εγγόνια σου σχεδόν βγήκαν στη σύνταξη. Πόσο ακόμη θέλεις να ζήσεις;». Τότε ο βασιλιάς του είπε: «Εντάξει, έχεις δίκαιο. Ξέρω ότι πρέπει να κάνεις και εσύ τη δουλειά σου και να πάρεις κάποιον. Όμως θα ήθελα μια χάρη. Έχω πενήντα γιους. Αν πείσω κάποιον να πάει στη θέση μου, θα με αφήσεις να ζήσω άλλα εκατό χρόνια;». «Κανένα πρόβλημα», του λέει ο θάνατος, «αλλά πώς θα τους πείσεις, όταν εσύ είσαι εκατό χρόνων και ακόμα δεν χόρτασες να ζεις;».

Τότε ο αυτοκράτορας φώναξε όλους τους γιους του, ορισμένοι εκ των οποίων ήταν εβδομήντα πέντε χρόνων, άλλοι εβδομήντα, άλλοι εξήντα πέντε και τους ρώτησε ποιός θα ήθελε να πάρει τη θέση του. Έμειναν όλοι άφωνοι, μέχρι που πέρασε μπροστά, ο μικρότερος του γιος που ήταν μόνο δώδεκα χρόνων και είπε: «Θα πάω εγώ, πατέρα.Κύριε θάνατε, μπορούμε να πηγαίνουμε». Τότε ο θάνατος προς στιγμήν λυπήθηκε να έπαιρνε ένα μικρό παιδί και το ρώτησε: «Είσαι σίγουρος, γιε μου;» και το παιδί απάντησε: «Και βέβαια είμαι. Αφού τα σαράντα εννέα μου αδέρφια δεν χόρτασαν τη ζωή, ούτε καν ο πατέρας μου που έγινε εκατό χρόνων, σημαίνει ότι ούτε και εγώ θα χορτάσω ποτέ τη ζωή. Άρα γιατί να χάνω άδικα το καιρό μου; Τι τώρα, τι μετά, το ίδιο θα είναι. Τουλάχιστον θα κάνω και χάρη στον πατέρα μου να ζήσει αυτός, ο οποίος είναι και αρκετά κουρασμένος». Οπότε τελικά ο θάνατος πήρε το παιδί. Μετά από εκατό χρόνια ο θάνατος γύρισε και πάλι ο βασιλιάς του ζήτησε την ίδια χάρη. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που ο θάνατος του πήρε και τον τελευταίο του γιο και ο βασιλιάς ήταν πλέον σε ηλικία πέντε χιλιάδων ετών. Όταν ξαναγύρισε ο θάνατος, ο αυτοκράτορας του είπε: «Είμαι πέντε χιλιάδων ετών και ακόμα δεν χόρτασα τη ζωή. Άρα ποτέ δεν θα τη χορτάσω. Και επειδή δεν έχω ούτε άλλο γιο για να σου δώσω, τώρα μπορείς να με πάρεις». Και τότε του είπε ο θάνατος: «Ήρθα πάνω από πενήντα φορές στο βασίλειο σου και ενώ έχεις τα πάντα δεν μου πρόσφερες ποτέ ούτε ένα ποτήρι κρασί, ούτε ένα τσαμπί σταφύλι. Έμεινες προσκολλημένος στα υλικά αγαθά, στην αλαζονεία, τον εγωισμό και την απληστία σου. Ποτέ δεν με καλωσόρισες σαν καλεσμένο και ποτέ δεν με είδες σαν φίλο. Αλλά το πιο θλιβερό είναι ότι ποτέ δεν με ρώτησες πού θα πηγαίναμε. Ενώ εγώ, σαν γνήσιος φίλος,δεν σου χάλασα ποτέ χατίρι. Ερχόμουν εδώ για να σ’ ελευθερώσω από την προσκόλλησή σου και να σε οδηγήσω στο συμπαντικό φως για να γίνεις ένα μαζί μου. Διότι αυτή είναι η υπέρτατη γαλήνη και ευτυχία». Ο Μέγας Αυτοκράτορας δεν είπε τίποτα. Ήξερε ότι τώρα η σιωπή είναι χρυσός, περισσότερος και απ’ όλο το χρυσάφι του παλατιού. Πανέτοιμος όσο ποτέ, αγκάλιασε το θάνατο και σαν δύο φίλοι κολλητοί από τα παλιά πήραν το δρόμο για τον παράδεισο.»

Aνδρέας Δ. Ιωάννου

Απόσπασμα Βιβλίου 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ  ΨΥΧΗΣ Μέρος 2 - 50 Αληθινές Ιστορίες